Ορθόδοξος Μοναχισμός
Ο Ορθόδοξος μοναχισμός έλαβε ποικίλες μορφές στη μακρόχρονη ιστορία του, από τους απλούς αναχωρητές,[1] που πρωτοεμφανίστηκαν στις ερήμους της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης έως τα μεγάλα κοινόβια (priories) και τις μοναστικές κοινότητες που τελούσαν κάτω από τους λεγόμενους Κανόνες του Αγίου Παχωμίου ή του Αγίου Βασιλείου.
Η ζωή ενός ερημίτη (που ονομάζεται επίσης ησυχαστής στην Ανατολή από την έννοια της σιωπής (ησυχία), δηλαδή της πνευματικής σιωπής και ανάπαυσης) είναι μια ζωή συνεχούς «μονολογικής προσευχής». «Είθε η μνήμη του Ιησού να ενωθεί με το πνεύμα σου», έγραψε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τον 7ο αιώνα, “και τότε να γνωρίσεις τα οφέλη της σιωπής”. Ως πολίτης της Βασιλείας των Ουρανών, ο μοναχός βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Κύριό του, επαναλαμβάνοντας συνεχώς και χωρίς διακοπή, είτε κατά την εργασία είτε στον ύπνο του, μια σύντομη προσευχή στην οποία επικαλείται το όνομα του Ιησού Χριστού. Άλλοτε είναι «Κύριε, ελέησον» και άλλοτε «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον». Άλλοτε πάλι ερμηνεύει και εφαρμόζει κυριολεκτικά τα λόγια του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος και επαναλαμβάνει την προσευχή ρυθμικά με την αναπνοή του. Αναζητά τη Βασιλεία του Θεού «εντός του εαυτού του», αφού το Βάπτισμα και η Θεία Ευχαριστία δίνουν σε κάθε χριστιανό το προνόμιο να μπορεί να ζει εν Χριστώ και να λαμβάνει στην καρδιά του τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Από τους ησυχαστές θα προέλθουν μεγάλοι ορθόδοξοι νηπτικοί [2] , όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (7ος αιώνας), ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (11ος αιώνας) και ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (14ος αιώνας). Τον 14ο αιώνα, οι ησυχαστές με προεξάρχοντα τον Άγ, Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, θα αναδειχθούν στους κύριους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας ενάντια στις φθοροποιές, καταστροφικές επιδράσεις μιας φιλοσοφικής σχολής που αρνείτο τη δυνατότητα της οποιασδήποτε αληθινής κοινωνίας με τον Θεό από εδώ στη γη. Η αντιπαράθεση αυτή προσέφερε στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά την ευκαιρία να λάβει συνοδική έγκριση (1341, 1347, 1351) των θεολογικών του διατυπώσεων, που διακηρύττουν την απόλυτη γνήσια πραγματικότητα της κοινωνίας με τον Θεό, η οποία παρέχεται εν δυνάμει στον κάθε χριστιανό μέλος της Εκκλησίας.
Πέρα από την ησυχαστική κίνηση η χριστιανική Ανατολή ήταν εξοικειωμένη και με έναν άλλο επίσης τύπο αναχωρητικού βίου, που κατέληξε να θεωρείται κλασσικός στη Δύση, και συγκεκριμένα εκείνον της μεγάλης μοναστικής κοινότας, του κοινοβίου, που ζει υπό καθεστώς υπακοής και βάσει τυπικού [3], και που επικεντρώνεται γύρω από τη λειτουργική ζωή. Ο Άγιος Παχώμιος και ιδιαίτερα ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, επίσκοπος Καισαρείας, εφοδίασαν τους μοναχούς όλων των κατοπινών εποχών με μια σειρά από κανονισμούς στους περίφημους Κανόνες, οι οποίοι διακρίνονται από μια εκπληκτική ζωντάνια. Και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ηγούμενος της φημισμένης μονής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία ενάντια στους εικονομάχους (9ος αιώνας), υπήρξε ο πιο σημαντικός από όσους κωδικοποίησαν τις ρυθμιστικές αυτές διατάξεις της μοναστικής ζωής στη βυζαντινή παράδοση. Οι Στουδίτες μοναχοί υπάγονταν σε έναν ηγούμενο και μοίραζαν τον χρόνο τους ανάμεσα στον ναό, την τράπεζα και την εργασίας. Η μορφή της βυζαντινής Θείας Λειτουργίας και το ύφος της βυζαντινής υμνογραφίας τελειοποιήθηκαν στο πλαίσιο κοινοβίων τέτοιου τύπου και έλαβαν την τελική τους δομή. Το έργο προγενέστερων υμνογράφων, όπως ο μεγάλος εκκλησιαστικός ποιητής του 6ου αιώνα, ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ενσωματώθηκε στις θείες ακολουθίες. Η βυζαντινή υμνογραφία έχει διατηρήσει αυτή την πηγή έμπνευσης και μορφής μέχρι σήμερα, αν και δεν είναι πλέον αποκλειστικά μοναστική υπόθεση, αλλά έχει υιοθετηθεί από ολόκληρη την Εκκλησία.
Η Βυζαντινή Εκκλησία ήταν, επομένως, εξοικειωμένη τόσο με την ησυχαστική όσο και με την κοινοβιακή («κοινή ζωή») μορφή μοναστικής ζωής, και πράγματι και οι δύο συνεχίζουν να υφίστανται μέχρι σήμερα. Και παρόλο που κατά καιρούς ορισμένες συγκρούσεις έχουν επηρεάσει αρνητικά και έχουν αμαυρώσει τις σχέσεις μεταξύ τους, οι δύο μορφές κατάφεραν παρ’ όλα αυτά να συνεργάζονται αρμονικά. Τα μεγάλα μοναστήρια έβγαζαν περιστασιακά πνευματικούς πατέρες ικανούς να ασκούνται στην παλαίστρα της πιο αγνής μορφής σιωπής και ταυτόχρονα να συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τους κοινούς κανόνες και τις υποχρεώσεις της κοινοβιακής ζωής. Ο Άγιος Ιωάννης ο Κλίμακος, για παράδειγμα, ήταν ηγούμενος της μεγάλης Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά· το ησυχαστικό κίνημα άνθισε ακόμη και εντός της Μονής του Στουδίου τον 10ο και 11ο αιώνα, με πρόσωπα όπως ο Άγιος Συμεών ο Ευσεβής και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Οι μοναστικές αυτόνομες κοινότητες και κράτη, όπως το Άγιο Όρος, ο Όλυμπος στη Βιθυνία (Μικρά Ασία) ή το Όρος του Αγίου Αυξεντίου στη Βιθυνία, επέτρεπαν τη συνύπαρξη μεγαλοπρεπών μοναστικών κοινοτήτων δίπλα σε ερημητικά κελιά της ησυχαστικής παράδοσης. Αρχικά, φυσικά, όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους ήταν αναχωρητές – αλλά στη συνέχεια, ο Άγιος Αθανάσιος του Αγίου Όρους ίδρυσε την πρώτη μεγάλη Λαύρα (10ος αιώνας) και αργότερα ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή χωρίστηκε σε αυτόνομα μοναστήρια υπό την εποπτεία μιας κεντρικής μοναστικής διοίκησης, της Ιεράς Συνόδου του Αγίου Όρους στο Πρωτάτον4
[4] . Ωστόσο, οι διάφοροι ισχύοντες κανονισμοί των μοναστηριών (οι οποίοι έχουν τροποποιηθεί κατά καιρούς) επέτρεπαν πάντα την ύπαρξη σκήτων5 [5] και κελιών, στα οποία οι ησυχαστές αφιερώνονται στην «καθαρή, νοητική προσευχή» (προσευχή της καρδιάς).
Ωστόσο, τα τυπικά των μοναστικών κοινοτήτων προβλέπουν επίσης την άσκηση της προσευχής του Ιησού από τους μοναχούς.
Έτσι, ενώ ο βυζαντινός μοναχισμός επέδειξε μια εκπληκτική ενότητα σκοπού και πηγών έμπνευσης, ήταν επίσης αρκετά συνετός, ώστε να επιτρέπει διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί η ατομική ιδιοσυγκρασία κάθε μοναχού, είτε ζει χωριστά είτε σε κοινότητα, ο μοναχός κομίζει μαρτυρία και προλέγει τη Βασιλεία τη Μέλλουσα. Το λειτούργημα του μοναστικού σχήματος έχει χαρισματικό χαρακτήρα προορισμένο να υπηρετεί την Εκκλησία και τον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί εν προκειμένω ότι η Εκκλησία ανέκαθεν αρνιόταν να επιτρέψει τάσεις που θα απομόνωναν τους μοναχούς από την Εκκλησία και θα υπονοούσαν ότι η αποστολή τους είναι ουσιαστικά διαφορετική και ανώτερη από εκείνη των άλλων χριστιανών. Από την άποψη των ιερών κανόνων, τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάγονται πάντοτε στον τοπικό επίσκοπο και επομένως είναι αναπόσπαστα ενσωματωμένα στη ζωή της επισκοπικής περιφέρειας. Η Ανατολική Εκκλησία δεν αναγνώρισε ποτέ θρησκευτικά τάγματα που με βάση οποιοδήποτε κανονικό δίκαιο “εξαιρούνταν” από τον επισκοπικό έλεγχο. Επομένως, ο βυζαντινός μοναχισμός καλείται να επιτελέσει την ιδιαίτερη αποστολή του μέσα στην Εκκλησία και χάριν αυτής.
[1] Σημείωση του μεταφραστή: Aναχωρητής: Κάποιος που, για θρησκευτικούς λόγους, αποσύρεται από την κοσμική κοινωνία για να μπορέσει να ζήσει μια έντονα προσευχητική, ασκητική ή ευχαριστιακή ζωή. Από τα αρχαία ελληνικά: ἀναχωρητής (anakhōrētḗs, “anchoret”), από το ἀναχωρέω (anakhōréō, “αποσύρω, αποσύρομαι”)
[2] σημείωση του μεταφραστή: Nηπτικός:Ορθόδοξοι μοναχοί και θεολόγοι που ανέπτυξαν τη νηπτική θεολογία: ρεύμα της ορθόδοξης χριστιανικής θεολογίας και της ασκητικής εμπειρίας, το πνευματικό περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στην αδιάκοπη προσευχή, τη συνεχή πνευματική άσκηση, την ειλικρινή μετάνοια και τoν αδιάλειπτο αγνισμό και κάθαρση για μια ενάρετη ζωή. Νήψη: Σημαίνει εγρήγορση ή επαγρύπνηση και αποτελεί μια κατάσταση νηφαλιότητας που αποκτάται μετά από μια περίοδο κάθαρσης. Ο Άγιος Ησύχιος ο Ιερέας ορίζει τη νήψη ως «συνεχή σταθεροποίηση και παύση της σκέψης στην είσοδο της καρδιάς».
[3] Σημείωση του μεταφραστή: Τυπικόν είναι ένα λειτουργικό βιβλίο το οποίο περιέχει οδηγίες για τη σειρά του Βυζαντινού Τυπικού και ποικίλους ύμνους της Θείας Λειτουργίας. Τα τυπικά προέκυψαν στο πλαίσιο των μοναστικών κινημάτων της πρώιμης χριστιανικής εποχής για να ρυθμίσουν τη ζωή στα μοναστήρια και αρκετά σωζόμενα τυπικά από την Κωνσταντινούπολη, όπως αυτά της μονής Παντοκράτορα και της γυναικείας μονής Κεχαριτωμένης, μας δίνουν μια εικόνα της αρχαίας βυζαντινής μοναστικής ζωής και των συνηθειών.
[4] σημείωση του μεταφραστή Το Πρωτάτο, γνωστό και ως Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είναι η κύρια εκκλησία των Καρυών του Αγίου Όρους. Χρησιμεύει επίσης ως εκκλησιαστική έδρα του Πρωτοσύγκελου ή του προκαθήμενου της μοναστικής κοινότητας του Αγίου Όρους. Ιδρύθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα μ.Χ., πριν από την ολοκλήρωση της Μεγάλης Λαύρας το 963.
[5] Σημείωση του μεταφραστή: Η σκήτη είναι μια μοναστική κοινότητα στον Ανατολικό χριστιανισμό που επιτρέπει σχετική απομόνωση για τους μοναχούς, αλλά επίσης επιτρέπει κοινές υπηρεσίες και την ασφάλεια κοινών πόρων και προστασίας. Αποτελεί έναν από τους τέσσερις τύπους πρώιμων μοναστικών ταγμάτων, μαζί με το ερημιτικό, το λαβρυτικό και το κοινοβιακό. Οι κοινότητες των σκήτων αποτελούνται συνήθως από έναν αριθμό μικρών κελιών ή σπηλαίων που λειτουργούν ως χώροι διαβίωσης με μια κεντρική εκκλησία ή παρεκκλήσι. Αυτές οι κοινότητες θεωρούνται ως γέφυρα μεταξύ του αυστηρού ερημιτικού τρόπου ζωής και του κοινοβιακού τρόπου ζωής, καθώς ήταν ένα μείγμα των δύο.